Η επιστροφή του Ασώτου!

lou-reed.jpgberlin-front.jpg

Ο Λου Ριντ επιστρέφει στο «Βερολίνο»

34 χρόνια μετά την καθολική απόρριψη του δίσκου από κριτικούς και κοινό, ο μύθος της ροκ παίρνει τη ρεβάνς 

The Guardian

Περιμένω τον άνθρωπό μου. Ο Λου Ριντ τελειώνει το γεύμα του –πράσινη σαλάτα και χυμός φρούτων– σ’ ένα ρεστοράν του Μανχάταν. Εφτασα στην ώρα μου, εκείνος όμως δεν έχει διάθεση να βιαστεί κι έτσι μου ζητούν να περιμένω στο μπαρ μισή ώρα. Δεν με πειράζει η αναμονή, αλλά μου δίνει χρόνο να αγχωθώ καθώς σκέφτομαι τη φήμη του ως του πιο δύστροπου συνομιλητή, ενός ανθρώπου που έχει φέρει στα όρια της απελπισίας δεκάδες δημοσιογράφους απαντώντας τους με μονοσύλλαβα και φεύγοντας στη μέση της συνέντευξης. Οταν τελικά πηγαίνω στο τραπέζι του και κάθομαι απέναντί του, ο Ριντ με κοιτάζει καλά καλά σηκώνοντας τα σκούρα τζάμια από τα γυαλιά του, με το ψημένο από τη ζωή πρόσωπό του γεμάτο δυσπιστία.Καθώς η συνέντευξη προχωράει, παραμένει ευδιάθετος και χαλαρός. Και καταλήγω να απολαμβάνω αυτό που δεν κατάφεραν αμέτρητοι δημοσιογράφοι πριν από μένα: μια συζήτηση με τον Λου Ριντ.Ισως βοηθάει και η μέρα – καθόμαστε στη βεράντα του εστιατορίου σ’ έναν ήσυχο δρόμο του Γουέστ Βίλατζ, με το φως του ανοιξιάτικου ήλιου. Ή ίσως να οφείλεται στο ότι βρίσκομαι εδώ για να συζητήσουμε το καλύτερο πράγμα που του συνέβη εδώ και πολλά χρόνια: την επικείμενη περιοδεία του, στην οποία θα ερμηνεύσει επί σκηνής το περίφημο άλμπουμ του «Berlin», σε διάφορες πόλεις της Ευρώπης ανάμεσά τους και το Βερολίνο.Ο Ριντ θα συνοδεύεται από 30μελή μπάντα ενώ δώδεκα χορωδοί 12 έως 17 ετών, από τη New London Children’s Choir, θα τραγουδούν μαζί του στη σκηνή κάθε βράδυ, μαζί με την υπέροχη Σάρον Τζόουνς.

Κάθαρση

Για τον Ριντ, είναι κάτι παραπάνω από ένα καλοστημένο σόου: είναι κάθαρση. Σηματοδοτεί το τέλος μια οδύνης 34 χρόνων, που άρχισε τη μέρα που το «Berlin» τυπώθηκε στο βινύλιο. Το έγραψε ένα χρόνο μετά το «Transformer», το δεύτερο σόλο άλμπουμ του, τον δίσκο που τον έκανε σταρ. Συνδύαζε ελκυστικές μελωδίες με αιχμηρούς στίχους, κατοικημένο από τραβεστί, σαδομαζοχιστές και τύπους από το Φάκτορι του Αντι Γουόρχολ. Το σινγκλ «Walk on the Wild Side» έγινε ο ύμνος της δεκαετίας του ’70 για το Μανχάταν. Ολοι περίμεναν από τον Λου Ριντ να χτίσει πάνω σ’ αυτή την επιτυχία συνεχίζοντας με έναν εμπορικό δίσκο, που θα στερέωνε τη φήμη του ως μεγάλου αστεριού της ποπ. Εκείνος όμως διάλεξε να κάνει το ακριβώς αντίθετο. Βάδισε ακόμα πιο βαθιά στην άγρια, τη σκοτεινή πλευρά του, και το αποτέλεσμα ήταν το «Berlin»: η ιστορία ενός βίαιου τοξικομανούς και της φιλενάδας του που είναι πόρνη. Οχι και τόσο κατάλληλο για το Top of the Pops.Καθώς μας λούζει το φως του ήλιου, μου λέει ότι η ιδέα του ήταν να χρησιμοποιήσει τη διαιρεμένη πόλη του Βερολίνου –που δεν την είχε ποτέ ώς τότε επισκεφθεί– σαν μια μεταφορά για την ανθρώπινη ασυνεννοησία. Ηθελε να παίξει με την ιδέα σαν να έπαιρνε ένα θεατρικό έργο ή ένα μυθιστόρημα και να του έβαζε μουσική. «Σκεφτόμουν το “Λεωφορείο ο Πόθος”, τον “Θάνατο του εμποράκου”. Ή μυθιστορήματα. Διάβαζα τότε Γκίνσμπεργκ, Μπάροουζ, Σέλμπι. Σκεφτόμουν: τι θα συμβεί αν βάλεις εδώ κρουστά κι εκεί μια μελωδία;»Εκείνο που συμβαίνει είναι ότι κάνεις ένα άλμπουμ που νομίζεις ότι είναι το απόγειο της καλλιτεχνικής σου καριέρας και ο υπόλοιπος κόσμος το απορρίπτει. Η RCA σοκαρίστηκε τόσο που αρνήθηκε να εκδώσει διπλό το άλμπουμ – το έβγαλε μονό. Οι κριτικοί κι αυτοί το καταρράκωσαν. Ενας σύγκρινε τα φωνητικά του Ριντ με «την κραυγή ετοιμοθάνατης φώκιας». Το περιοδικό Rolling Stone έγραψε ότι ήταν «το τελευταίο χτύπημα του Ριντ σε μια πολλά υποσχόμενη καριέρα. Αντίο, Λου».

«Κατέβασα ρολά»

Λίγα χρόνια αργότερα, ο Λου Ριντ είπε στον βιογράφο του, τον Βίκτορ Μπόκρις, ότι το «Berlin» ήταν η μεγάλη απογοήτευση της ζωής του. «Κατέβασα ρολά τότε, και τα άφησα κλειστά». Τα ρολά έμειναν κλειστά για 30 χρόνια. Στο διάστημα αυτό δεχόταν συχνές πιέσεις από μια μικρή ομάδα φίλων του και θαυμαστών του «Berlin», για να το παρουσιάσει σε σκηνική διασκευή. Πάντα όμως έλεγε όχι.

Φαίνεται όμως πως ο χρόνος γιάτρεψε την πληγή κι έτσι, όταν του ξαναζήτησαν να το παρουσιάσει, βρέθηκε να συμφωνεί. Πώς έγινε και είπε το ναι, ύστερα από τόσα χρόνια; «Δεν ξέρω. Απλώς μια μέρα είπα “εντάξει, Ο.Κ., ας γίνει”».

Το να βλέπει το «παιδί» του να ξαναζωντανεύει μετά μια τόσο μεγάλη περίοδο πένθους σημαίνει πολλά για τον Ριντ. Μιλάει με ενθουσιασμό για τον ζωγράφο και κινηματογραφιστή Τζούλιαν Σνάμπελ –έναν από τους φίλους–θαυμαστές που τον έπεισαν να προχωρήσει–, ο οποίος σχεδίασε τα σκηνικά για την παράσταση του «Berlin» με βάση τα σκίτσα που είχε κάνει ο Μπομπ Εζριν. Είναι επίσης ενθουσιασμένος γιατί παίζει πάλι κιθάρα μαζί με τον Στιβ Χάντερ, ο οποίος έπαιξε στο άλμπουμ, και γιατί έχει τον Εζριν και τον Χαλ Γουίλμερ στη μουσική διεύθυνση. Πιστοί στο αρχικό άλμπουμ, συνδυάζουν την κλασική ροκ κιθάρα του Ριντ και του Χάντερ με πλούσιους ορχηστρικούς ήχους, δίνοντας στην παράσταση μια άγρια, επική στιβαρότητα που θυμίζει Κουρτ Βάιλ. Ο Ριντ ιντριγκάρει τον ακροατή παίζοντας γλυκές μελωδίες σε αντίστιξη με σκληρούς στίχους. Ευτυχισμένες σκηνές διαδραματίζονται με φόντο μελαγχολική μουσική, ενώ η απελπισία και ο θάνατος συνοδεύονται από ανάλαφρα, αισιόδοξα μοτίβα – ένα παιχνίδι αντιθέσεων που το έμαθε όταν δούλευε με τους Velvet Underground.Η νέα έκδοση του άλμπουμ, με διαφορετικό μοντάζ από το αρχικό, κυκλοφόρησε στις 11 Ιουνίου και ο Λου Ριντ θα το παρουσιάσει στο Διεθνές Φεστιβάλ του Μάντσεστερ, στις 29 Ιουνίου, και στις 30/6 και 1/7 στο Λονδίνο, στο θέατρο Hammersmith Apollo.

Διαχρονικό θέμα

Εκείνο που κάνει εντύπωση είναι πόσο φρέσκο ακούγεται ακόμα το «Berlin». Σκέφτεσαι το «Tommy» των Who ή ακόμα και το «Ziggy Stardust» του Μπάουι, και συνειδητοποιείς πόσο μακρινή είναι εκείνη η εποχή.

Το «Berlin», όμως, με το διαχρονικό θέμα του της ανθρώπινης αυτοκαταστροφής δεν έχει καθόλου γεράσει.

Το «Berlin» έκανε την πρεμιέρα του στη σκηνή στο Μπρούκλιν λίγο πριν από τα Χριστούγεννα, και οι κριτικοί το λάτρεψαν. Το Rolling Stone το έκρινε πολύ διαφορετικά απ’ ό,τι το 1973. «Ο θρίαμβος ήταν όλος του Λου Ριντ, και άργησε να έρθει».

Αυτό μπορεί να έχει γεύση ρεβάνς, του λέω.

«Το Ρόλινγκ Στόουν; Δεκάρα δεν δίνω. Δεν γράφω γι’ αυτούς». Δεν είναι σπουδαίο, όμως, να αναγνωρίζεται επιτέλους το «Berlin»; «Εγώ πάντα το αγαπούσα. Και υπάρχουν άνθρωποι που σέβομαι οι οποίοι επίσης το αγάπησαν. Αυτό έχει σημασία».

Πλήρωσε όμως μεγάλο τίμημα για το «Berlin», επιμένω, μένοντας μακριά από την εμπορική επιτυχία. «Ποιος ξέρει αν θα είχα γράψει ποτέ άλλη επιτυχία (μετά το Walk on the Wild Side). Δεν έγραψα έκτοτε άλλη επιτυχία. Και αυτή άλλωστε δεν ήταν αληθινή επιτυχία».

Ορίστε; Ο Λου Ριντ λέει ότι το Walk on the Wild Side δεν ήταν πραγματική επιτυχία; Ακουσα καλά; «Ακόμα και η μεγάλη επιτυχία μου δεν ήταν επιτυχία» επιμένει.

Αυτό πάει πολύ. Ο πιο δύστροπος, ο πιο κλειστός συνομιλητής μοιράστηκε μαζί μου ένα σκοτεινό μονοπάτι της σκέψης του. Εχω μείνει άναυδος. Εκείνος παίρνει τη σιωπή μου σαν σημάδι ότι η συζήτηση τελείωσε. Σηκώνεται από την καρέκλα του και φεύγει.   

Advertisements
Explore posts in the same categories: Μουσική

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: