Το Let It Be μόνο, έφτανε….

memory-almost-full.jpg

Σιγά τώρα μην καθήσω εγώ ο «τιποτένιος», κάνοντας το τραγικό λάθος του να «προλογίσω», γράφοντας οτιδήποτε για το «σκαθάρι»……

Αν και ήμουνα πάντα με το αντίπαλο δέος, τους Rolling Stones δηλαδή, χωρίς όμως να παραγνωρίσω επ’ ουδενί λόγο την ιστορία τους (δεν είμαι δα και άθεος!), κρατώντας όμως πάντα αυτό που είχε πει ο Keith Richards, ερωτηθείς για του πιο συγκρότημα τότε ήταν καλύτερο, θυμάστε τη γνωστή κόντρα – διαμάχη της εποχής.

Και είπεν ο Keith: Οι Beatles τραγουδάνε την επανάσταση, «εμείς» είμαστε η επανάσταση!

Ο Sir Paul McCartney αν ανοίξει το στόμα του αποτελεί είδηση, τα δε λεγόμενά του……… ακολουθούν στην συνέντευξη στο «Κ» της Καθημερινής! Απολαύστε τον! 

                  Πολ ΜαΚάρτνεϊ: «Και μόνο το Let Ιt Be να είχα γράψει, θα ήταν αρκετό για μια ζωή» 

Ο θρύλος των Beatles και κορυφαίος εν ζωή τραγουδοποιός του 20ού αιώνα τιτλοφορεί τον νέο του δίσκο «Μνήμη Σχεδόν Πλήρης» και μοιράζεται μαζί μας μερικές από τις αναμνήσεις του, από τα παιδικά χρόνια στο Λίβερπουλ μέχρι την τελευταία φορά που κάποιος άγνωστος τον σταμάτησε στο δρόμο…

Tου Τζόναθαν Γουίνγκεϊτ – Απόδοση: Γιώργος Τσίρος

Ο Πολ ΜακΚάρτνεϊ χαϊδεύει στοργικά το τζουκ μποξ του, ένα από τα πρώτα Wurlitzer. «Ας ακούσουμε το All Shook Up», λέει· και η φωνή του Έλβις ξεχύνεται από το μεγάφωνο. «Είναι σαν αυτοκίνητο αντίκα. Κοίτα το μηχανισμό, man… Παίζει και 78άρια, αληθινούς δίσκους. Δεν είναι φανταστικό το πώς δουλεύει;» Δυναμώνει την ένταση, χτυπάει τα δάχτυλά του κι αρχίζει να χορεύει και να τραγουδάει, μουρμουρίζοντας πού και πού για να μη φανεί ότι δεν ξέρει όλα τα λόγια. Αυτό, σκέφτομαι παρατηρώντας τη σκηνή, είναι το υλικό που φτιάχνονται οι αναμνήσεις.

«Δεν σου ανήκει το αυθεντικό διπλό μπάσο που χρησιμοποιήθηκε σε όλες τις πρώτες ηχογραφήσεις του Έλβις;», τον ρωτάω. «Ναι, μάλλον αυτό είναι που παίζει… Ένα από τα πολυτιμότερα αποκτήματά μου… Μαζί με το καβαλέτο του Μαγκρίτ! Και τα δύο δώρα της Λίντας…» Και για πρώτη και τελευταία φορά σ’ αυτή τη συνάντησή μας, ο ΜακΚάρτνεϊ μοιάζει λυπημένος. Τον «χάνω» για μερικά δευτερόλεπτα καθώς κρατάει το ρυθμό στη γυαλιστερή επιφάνεια του τζουκ μποξ, μέχρι που το τραγούδι σβήνει. «Έχει έναν ωραίο, ζεστό ήχο, δεν βρίσκεις;»

«Να υποθέσω ότι δεν είσαι ο τύπος που έχει iPod;» «Είχα, για να είμαι ειλικρινής, και μ’ άρεσε να ακούω σε αεροπλάνα και τέτοια, ώσπου συνειδητοποίησα ότι τα ακουστικά μού θυμίζουν τη δουλειά μου, ενώ με τους περισσότερους ανθρώπους συμβαίνει το αντίθετο. Το πρόβλημα είναι ότι απομονώνεσαι από τον έξω κόσμο κι αυτό είναι Ο.Κ. όταν γράφεις ένα δίσκο, αλλά όταν πηγαίνεις μια βόλτα… χάνεις το τραγούδι των πουλιών. Σάμπως αυτό δεν είναι αληθινή, λάιβ μουσική; Χθες το πρωί άκουσα ένα κοτσύφι, άλλο πράγμα! Όταν περπατάω έξω, μ’ αρέσουν οι ήχοι και του δρόμου και της Φύσης.»

Όπως πάντα, είναι ντυμένος απλά: σανδάλια, χακί παντελόνι κι ένα πουκάμισο στο μπλε του ουρανού, που αφήνει να φανούν δυο λαστιχένια βραχιόλια με το σλόγκαν Make Poverty History. Καθόμαστε στον καναπέ του προσωπικού του γραφείου στον δεύτερο όροφο του MPL, του κτιρίου απ’ όπου διευθύνει τις επιχειρηματικές δραστηριότητές του. Απ’ έξω, ο κόσμος λιάζεται στο φρεσκοκουρεμένο γκαζόν της πλατείας Soho, ενώ εδώ μέσα κάθεται ο πιο σημαντικός εν ζωή τραγουδοποιός των καιρών μας. Πίσω από το γραφείο του, μια αντίκα από μαόνι, κρέμεται ένας Ντε Κούνινγκ. Ένα μαγνητόφωνο -όχι το δικό μου- τοποθετείται στο τραπεζάκι μπροστά μας. Δεδομένου ότι αυτή είναι η πρώτη συνέντευξη που δίνει μετά τις πρόσφατες σκοτούρες του, μήπως έχει αρχίσει να γίνεται παρανοϊκός για το πώς θα αποδοθούν τα λεγόμενά του σχετικά με την προσωπική του ζωή; Καθόλου, με διαβεβαιώνει. Απλώς έχει χάσει το μέτρημα από τις φορές που δημοσιογράφοι, πάνω στην ταραχή τους, έχουν ξεχάσει να πατήσουν το rec.

Αν σκεφτεί κανείς τι έχει περάσει τους τελευταίους 18 μήνες, λόγω του θυελλώδους διαζυγίου του, ο ΜακΚάρτνεϊ μοιάζει ήρεμος και καθόλου κουμπωμένος. Τα ταμπλόιντ μετέτρεψαν σε τσίρκο τη ζωή του, αλλά εκείνος έμεινε απ’ έξω· προτίμησε να συνεχίσει τη δουλειά του και να γυρίσει στο στούντιο. Ενάμιση χρόνο μετά το «Chaos And Creation In The Backyard», τον καλύτερο, σύμφωνα με τους κριτικούς, προσωπικό του δίσκο εδώ και δεκαετίες, κυκλοφόρησε το «Memory Almost Full», το 21ο άλμπουμ του της μετά Beatles εποχής.

-Αυτό το άλμπουμ ακούγεται πολύ διαφορετικό από το προηγούμενο.

Ναι, ξέρεις, δεν έγινε συνειδητά αυτό. Δούλεψα μ’ έναν διαφορετικό παραγωγό, τον David Kahne. Και ο Nigel Godrich, στο προηγούμενο, ήταν εξαιρετικός, αλλά νομίζω ότι είχε μια πολύ συγκεκριμένη εικόνα για το τι δίσκο ήθελε να κάνει μαζί μου – κι εγώ απλά ακολούθησα, γιατί το βρήκα ενδιαφέρον ως εμπειρία. Το διασκέδασα πολύ, αλλά αυτή τη φορά έκανα περισσότερο το δικό μου. Πολλές φορές αναρωτιόμουν ενώ ηχογραφούσα, «θα μ’ άφηνε ο Nigel να κάνω κάτι τέτοιο;» Και μετά έλεγα από μέσα μου, «κακό γι’ αυτόν, αυτός είναι ο δικός μου δίσκος!» Είμαι περήφανος για όλα τα τραγούδια.

-Υπάρχει ένα κεντρικό θέμα, στο Memory Almost Full;

Ποτέ δεν γράφω ένα άλμπουμ βάσει ενός θέματος· τραγούδια γράφω. Αλλά όποτε τελειώνεις και το ακούς, λες: «Για δες, υπάρχουν τόσες αναμνήσεις εδώ…» Κι έτσι προέκυψε ο τίτλος: «Μνήμη Σχεδόν Πλήρης». Συνήθως οι τίτλοι έρχονται αφού τελειώσεις, με μόνη εξαίρεση το Sgt. Pepper’s. Εψαχνα κάτι που θα συνόψιζε όλο το άλμπουμ και το Memory Almost Full μού ήρθε στο μυαλό. Είναι μια φάση που περικλείει τη σύγχρονη ζωή, γιατί όντως νιώθουμε μερικές φορές το μυαλό μας να υπερφορτώνεται. Και συνειδητοποίησα ότι ήταν κάτι που είχα δει, κάποιες φορές, στην οθόνη του κινητού μου. Υπάρχουν πολλά τραγούδια στο δίσκο που έχουν να κάνουν με το παρελθόν, αλλά την ίδια στιγμή σου λένε να μη ζεις στο παρελθόν, να μην αγκιστρώνεσαι από κάτι που δεν έχει διάρκεια. Όσο το σκέφτομαι, συμβαίνει σε πολλούς δημιουργούς να αναμοχλεύουν τα περασμένα αναζητώντας το υλικό τους. Εννοώ ότι, στην πραγματικότητα, δεν μπορείς να κοιτάζεις μόνο μπροστά. Το άλμπουμ είναι παρεμφατικό, συναισθηματικό… ροκάρει. Αλλά δεν μπορώ να το περιγράψω με μια φράση. Χωρίς να έχω επίγνωση, απέκτησε ένα κεντρικό θέμα, ένα νήμα που το συγκρατεί σαν ολότητα. Είναι ένας πολύ προσωπικός δίσκος, γιατί πολλά από τα τραγούδια που έγραφα εκείνη την περίοδο είχαν το χαρακτήρα αναπόλησης… για την εποχή που ήμουν παιδί στο Λίβερπουλ, για χρυσαφένια καλοκαίρια και όλα αυτά τα πράγματα που ο καθένας μας θυμάται. Από τη μια σκέφτεσαι ότι αυτό συμβαίνει επειδή είσαι μιας κάποιας ηλικίας, αλλά από την άλλη, θυμάμαι ότι πολλά απ’ όσα γράφαμε με τον Τζον είχαν το χαρακτήρα αναπόλησης. Έγραφε, ας πούμε, το Strawberry Fields, σε ηλικία 22 ετών, και αναφερόταν σε όσα έζησε όταν ήταν 17. Όπως κι εγώ, με το Penny Lane και το Eleanor Rigby. Και τότε, σε αναμνήσεις μου ανέτρεχα. Απ’ ότι φαίνεται, δεν έχω ξεχάσει το κόλπο!

-Όμως, μ’ ένα τραγούδι σαν το Eleanor Rigby δεν έπλαθες ένα χαρακτήρα;

Όντως, αλλά στην πραγματικότητα ήταν κάμποσες ηλικιωμένες κυρίες που πέρασαν από τη ζωή μου, συνταξιούχοι, που ζούσαν στη γειτονιά. Θυμάμαι μια συγκεκριμένη, από την εποχή που έμενα στην οδό Φόρθλιν στο Αλμπερτον. Συνήθιζα λοιπόν να της πηγαίνω τα ψώνια, αλλά δεν το έκανα σαν καλή πράξη· ήταν κάτι που με ευχαριστούσε. Όποτε κατέβαινα στην αγορά, σταμάταγα και τη ρωτούσα: «Χρειάζεστε κάτι;» Το κέρδος μου ήταν ότι έτσι μάθαινα για τη ζωή της κι αυτό άνοιξε τους ορίζοντές μου. Μάθαινα ότι μπορείς να φανταστείς, από ανθρώπους σαν κι αυτήν. Κι έτσι έγινε μία από τις Ελεάνορ Ρίγκμπι μου κι απλώς άλλαξα τα ονόματα, ξέρεις… για να προστατέψω τους αθώους!

-Και υπήρχαν πολλοί τέτοιοι άνθρωποι γύρω σου;

Ήταν ένα ζευγάρι, στο κέντρο του Λίβερπουλ, κοντά στο διαμέρισμα του Τζον και του Στούαρτ… Είμαι πολύ τυχερός, γιατί ο πατέρας μου έτσι μας μεγάλωσε: δεν υπήρχε περίπτωση να ανέβουμε σε λεωφορείο και να καθίσουμε αν βλέπαμε μια γριούλα να τρεκλίζει κουβαλώντας τις τσάντες της. Κι αισθανόμουν πολύ καλά προσφέροντας τη θέση μου, γιατί ήμουν νέος και είχα ενέργεια με το τσουβάλι! Ως μαθητές φορούσαμε καπελάκια εκείνο τον καιρό και ο πατέρας μου μας έβαζε πάντα να τα βγάζουμε από σεβασμό, όπως κι εκείνος έβγαζε το δικό του. Ήταν παλιομοδίτης! Νιώθω στ’ αλήθεια τυχερός που γνώρισα εκείνη τη γενιά, γιατί μου έμαθαν πολλά κι αυτό είναι cool, δεν είναι; Κι έτσι, αυτού του τύπου οι κυρίες έγιναν η Eleanor Rigby. Ο.Κ., ήταν και η φαντασία μου… Γιατί δεν ήξερα κάποια που μάζευε το ρύζι από τις εκκλησιές, αλλά γνώριζα αυτόν τον τύπο της γυναίκας. Ως τραγουδοποιός επιστρέφεις συχνά σε μια ενδιαφέρουσα περίοδο της ζωής σου και βρίσκεις κάτι που είχες αγαπήσει. Έτσι πρέπει να έκανε και ο Πικάσο όταν ζωγράφιζε το τσίρκο· πρέπει να είχε επισκεφθεί κάμποσα μικρός κι αυτό το θέμα του εντυπώθηκε.

-Ποιες αρετές κληρονόμησες από τους γονείς σου;

Από τον πατέρα μου έμαθα να αντιμετωπίζω με σεβασμό και μακροθυμία τους ανθρώπους και είναι, νομίζω, μια πολύτιμη κληρονομιά αυτή. Ακόμα και σαν λέξη ακούγεται ωραίο· respect. Από τη μητέρα μου, που ήταν μαμή, έμαθα τη συμπόνια, ακόμη πιο σημαντική ίσως αυτή… Και να σου πω τι άλλο; Την υγιεινή και τη νοικοκυροσύνη. Για ένα διάστημα μετά τον πόλεμο εργάστηκε ως νοσοκόμα και είχε μανία με την καθαριότητα. Γεννήθηκα το 1942, ο πόλεμος τέλειωσε το ’45 και, καθώς μεγαλώναμε, υπήρχε εξ ανάγκης μια ψύχωση των ανθρώπων με την υγιεινή. Είμαι νοικοκύρης, ξέρεις… Ρίχνω το σιγυρισματάκι μου! Κι ακόμη, έμαθε σε μένα και στον αδερφό μου να στρώνουμε το κρεβάτι μας… με τον νοσοκομειακό τρόπο!

-Και το θυμάσαι ακόμα;

Φυσικά, man… Γωνίες «φακέλου» στα σεντόνια και λοιπά. Ας μη γελιόμαστε, πλέον δεν χρειάζεται πολύ συχνά να στρώνω το κρεβάτι μου, αλλά κάθε φορά που το κάνω την θυμάμαι με αγάπη. Ήταν σπουδαία γυναίκα. Θυμάμαι έντονα μια σκηνή· ήταν χειμώνας κι εκείνη πάλευε μέσα στο χιόνι να φτάσει με το ποδήλατό της σ’ ένα σπίτι για να βοηθήσει σε μια γέννα. Σε κάνει να σκέφτεσαι… μπράβο της! Και η ανταμοιβή της ήταν ότι, δύο βδομάδες μετά, το νεαρό ζευγάρι θα ερχόταν στο σπίτι μας με το μωρό τους, για να πιουν τσάι… Κι έβλεπες την ευγνωμοσύνη στο πρόσωπό τους. Κάτι τέτοια πράγματα μου έκαναν τρομερή εντύπωση στα παιδικά μου χρόνια και, νομίζω, με διαμόρφωσαν ως άνθρωπο.

-Με τους Beatles, ποια ήταν η στιγμή που συνειδητοποίησες ότι η ζωή σου είχε αλλάξει οριστικά;

Θυμάμαι το ακριβές περιστατικό! Ανέκαθεν οι άνθρωποι μιλούσαν για το τίμημα της δόξας κι εμείς είχαμε γίνει πολύ γνωστοί στην Αγγλία, φυσικά, και σε χώρες όπως η Ισπανία. Αλλά ο Ρίνγκο κι εγώ, κυρίως εμείς, συνηθίζαμε να ταξιδεύουμε στην Ελλάδα, γιατί ήταν σχετικά απομακρυσμένη και σχεδόν κανείς δεν μας αναγνώριζε. Μια φορά παρακολουθούσαμε το συγκρότημα ενός ξενοδοχείου να κάνει πρόβα και προσπαθούσαμε να τους πείσουμε ότι κι εμείς είχαμε μια καλούτσικη μπάντα, πίσω στην Αγγλία… «Εγώ κι ο άλλος τύπος που κάθεται στην πισίνα», τους έλεγα, «είμαστε σ’ ένα συγκρότημα που λέγεται The Beatles». Δεν είχαν ιδέα! Πάντοτε πίστευα πως όσο γνωστοί και να γινόμασταν, μπορούσα να επιστρέφω στην Ελλάδα και δεν θα με αναγνώριζε κανείς. Μετά, βεβαίως, γίναμε νούμερο ένα και στην Ελλάδα και τότε αντιμετώπισα το δίλημμα: Είτε δεν μ’ ενδιαφέρει να γίνω γνωστός σε όλο τον κόσμο, για να διαφυλάξω την ιδιωτικότητά μου, είτε απλά αυτό το πράγμα είναι πολύ δυνατό για να του αντισταθώ, αν θέλω τόσο πολύ να ασχολούμαι με τη μουσική. Και φυσικά, ξέρουμε όλοι ποιον δρόμο επέλεξα… Εκείνη όμως ήταν η στιγμή που κατάλαβα ότι δεν υπήρχαν πλέον «καταφύγια».

-Πώς αντιμετωπίζεις τα αρνητικά της διασημότητας;

Δεν πολυσκοτίζομαι γι’ αυτά, ξέρεις. Το διασκεδάζω. Κάποια στιγμή στη ζωή μου χρειάστηκε να πάρω μιαν απόφαση, κατά πόσον θα ήμουν διατεθειμένος να το αντιμετωπίσω όλο αυτό. Ήξερα ότι οι Beatles ήταν γνωστοί στην Αγγλία και ότι η φήμη τους εξαπλωνόταν στην Ευρώπη, αλλά όταν γίναμε μεγάλο όνομα και στην Αμερική, είχαμε την αίσθηση ότι αυτό το πράγμα γινόταν πια παγκόσμιο. Φυσικά, κανείς μας δεν μπορούσε να προβλέψει την έκτασή του… Όταν παίρνεις μια τέτοια απόφαση, ξέρεις ότι πρέπει να ζήσεις μ’ αυτήν και είσαι λιγάκι πιο ισορροπημένος. Έτσι, όταν γίνεται κάτι στραβό, θυμώνω για περίπου πέντε λεπτά και μετά σκέφτομαι ότι… τουλάχιστον μπορώ να κλείσω ένα καλό τραπέζι σ’ ένα εστιατόριο ή ότι άλλο θελήσω.

-Πόσο σημαντικό ήταν για σένα να επιστρέψεις στη μουσική, με όλα αυτά που συνέβησαν πρόσφατα στην προσωπική σου ζωή;

Η μουσική είναι ο σωτήρας. Όσοι ασχολούνται με τη μουσική το ξέρουν· πάντοτε έτσι ήταν. Από τα νιάτα μου ακόμη, όποτε καβγάδιζα με μια φιλενάδα μου, ήξερα ότι μπορούσα να κουρνιάσω σε μια γωνιά με την κιθάρα μου και αυτή θα γιάτρευε όλες τις πληγές. Σαν θεραπεία. Η κιθάρα είναι ένα όργανο που μπορείς να το αγκαλιάσεις… σχεδόν μοιάζει με γυναίκα! Την αγκάλιαζα λοιπόν κι έβρισκα τη λύση στο πρόβλημά μου, έγραφα ένα τραγούδι και ξαφνικά, αισθανόμουν μια χαρά. Με κάποιον μαγικό τρόπο, η πράξη της σύνθεσης με είχε βοηθήσει να ξεπεράσω το πρόβλημά μου. Όλοι όσοι συνθέτουν το ξέρουν αυτό· είναι ένας τρόπος να διοχετεύσεις τη σκέψη σου αλλού, μέχρι να ξαλαφρώσεις από τις έγνοιες σου.

-Και πολύ φθηνότερος από την ψυχοθεραπεία, έτσι;

ΠΟΛΥ φθηνότερος, χα χα χα… Και πολύ πιο προσοδοφόρος επίσης!

-Σαν μια μορφή απόδρασης, ε; Μπορείς να «χαθείς» παίζοντας την κιθάρα σου…

Αν είσαι τυχερός, ναι. Είναι μαγικό. Αισθάνομαι ευλογημένος που κατάφερα να μάθω λίγη κιθαρούλα και πιάνο όταν ήμουν παιδί. Αυτή η λίγη κιθαρούλα με οδήγησε σ’ ένα δωμάτιο με τον Τζον κι από αυτό το δωμάτιο με έφερε στους Beatles και μετά γνώρισα τον Τζορτζ και πάει λέγοντας… Οπότε ναι, αισθάνομαι πολύ τυχερός. Έχει πλάκα, γιατί διάβαζα κάπου πρόσφατα το στερεότυπο «πρέπει να πιστεύεις στον εαυτό σου». Μα είναι αλήθεια, γιατί αυτό κάναμε στους Beatles… Μan, το πόσο πιστεύαμε στους εαυτούς μας! Ξέραμε ότι ήμασταν καλοί και δεν ήταν καθόλου από ξιπασιά. Δεν υπήρξε ούτε μια φορά που να κάθισα κάτω με τον Τζον για να γράψουμε ένα τραγούδι μας, χωρίς να σκεφτώ πως ήμασταν καλοί. Κι αυτό είναι χρήσιμο στη ζωή, ξέρεις.

-Συνήθιζες να γράφεις Another Lennon / McCartney Original σε όλες τις λευκές σελίδες παρτιτούρας, έτσι δεν είναι; Το έπαιρνες σοβαρά από την αρχή…

Φυσικά, απ’ την αρχή! Το έχω ακόμα αυτό το βιβλίο, ξέρεις. Κάτι ψαχούλευα προσφάτως και νάσου το! Χάρηκα πολύ, γιατί νόμιζα ότι το είχα χάσει και ότι όλα αυτά είχαν εξαφανιστεί… Τα πρώτα μας τραγούδια! Μικρά τραγουδάκια, όχι σπουδαία, αλλά τότε εμείς πιστεύαμε ότι ήταν εξαιρετικά. Γι’ αυτό και σημειώναμε σε κάθε σελίδα (με ψεύτικη αμερικανική προφορά): Another Lennon / McCartney Original.

-Ρότζερς και Χάμερσταιν, σκάστε από τη ζήλεια σας!

Ακριβώς!

-Αν κι έχεις πει κατ’ επανάληψη ότι στους στίχους σου δεν κυριολεκτείς, δεν είναι κι εύκολο να διαβάσει κανείς με άλλο τρόπο ένα τραγούδι σαν το Ever Present Past: «Έχω τρεχάματα πολλά / καθόλου χρόνο να γίνω εραστής της προκοπής / Ελπίζω πως δεν είναι αργά / Κι αναζητώ το χρόνο που τόσο γρήγορα περνά».

-Αν και ποτέ δεν μου άρεσε η λέξη «ποπ», τη θεωρούσα πάντα υποτιμητική, είναι φορές που θες απλά να γράψεις ένα άμεσο, ποπ τραγούδι, χωρίς βαθιά νοήματα. Πες το καλύτερα popular, καλύτερο ακούγεται… (Αρχίζει να τραγουδάει): «I’ve got too much on my plate…» Όταν το έγραφα, ήταν αλήθεια. Περνούσα μια πολύ δύσκολη φάση. Έτσι ξεκίνησα ώσπου προέκυψε στην ιδέα του «εσαεί παρόντος παρελθόντος» μου. Δεν έγινε συνειδητά, αναρωτιόμουν, πώς θα μπορούσα να περιγράψω το παρελθόν μου; Κι αυτό ταίριαζε και στη ρίμα… Σχεδόν γράφτηκε από μόνο του. Κι ύστερα κάθεσαι και το ακούς και σκέφτεσαι, ε λοιπόν, είναι κάπως πιο βαθύ απ’ ότι νόμιζα, τελικά…

Μετά τα πρόσφατα προβλήματά σου, δεν περιμένεις ότι ο κόσμος θα «σκαλίζει» πιο πολύ τους στίχους σου, ψάχνοντας για προσωπικές αναφορές;

-Ναι, αλλά λέω δεν βαριέσαι… Προφανώς αυτή τη στιγμή δεν θα έμπαινα στη διαδικασία να γράψω ένα τραγούδι για το διαζύγιο, αλλά στην πορεία βλέπεις ότι απ’ όσα ζεις μια δεδομένη περίοδο, όλο και κάτι βρίσκει τρόπο να «τρυπώσει» στη δουλειά σου… Ένας στίχος από ‘δω, ένας στίχος από ‘κει σου φαίνονται πιο προφανείς και τότε μάλλον αυτολογοκρίνεσαι, γιατί το θέμα δεν προσφέρεται για δημόσια κατανάλωση. Αν κάτι είναι τόσο άμεσο αλλά και πολύ καλό, μπαίνεις στον πειρασμό να το αφήσεις, γενικά όμως μπορείς να πεις το ίδιο πράγμα καλύτερα με έναν πιο πλάγιο τρόπο.

-Είσαι απόλυτα συμφιλιωμένος με το παρελθόν σου τώρα;

-Απόλυτα. Παλαιότερα ένιωθα κάπως καταπτοημένος με τους Wings, γιατί οι Beatles ήταν κάτι πολύ ξεχωριστό για να επαναληφθεί. Έτσι, όλοι όσοι ήμασταν στους Wings, δεν το διασκεδάσαμε όσο θα έπρεπε. Κοιτάζοντας πίσω, σκέφτομαι ότι μέρος της δουλειάς μας ήταν εξαιρετικό. Στο Live 8 συζητούσα με τον Μπόνο και μου έλεγε: «Ξέρεις, φίλε, πολλά νέα παιδιά ακούνε σήμερα τους Wings». Αυτό με έβαλε σε σκέψεις… τι κρίμα ήταν που δεν το είχαμε αντιληφθεί τότε. Κατά τα άλλα, όμως, δεν προβληματίζομαι· και τώρα να τους ανακαλύπτουν, καλό είναι. Και γνωρίζω όλο και περισσότερους που ως νέοι δεν πρόλαβαν τους Beatles, αλλά διαμορφώθηκαν μουσικά μέσα από τους Wings. Είναι ωραίο να έχεις αποτελέσει μέρος αυτών των δύο διαφορετικών γενεών.

-Όταν ακούς να κατακρίνουν όσα έχεις κάνει, δεν έρχονται στιγμές που να σκέφτεσαι… «oh, fuck off»;

-Εγώ; Να σκεφτώ «fuck off»; Μα και βέβαια έρχονται τέτοιες στιγμές, αλλά ξέρω ότι αυτό είναι το ριζικό του καλλιτέχνη και τίποτα δεν μπορείς να κάνεις για να το αλλάξεις. Για σκέψου το… Έχεις τη Μαντόνα και υιοθετεί ένα μωράκι και την «χτυπάνε». Δεν κάνει κάτι κακό, είναι δική της απόφαση και δικαίωμά της και σίγουρα δεν πέφτει κανένας αναθεματισμένος λόγος σε όλους αυτούς τους τύπους των μίντια, αλλά βλέπεις πώς πάει το πράγμα: τη βάζουν στη μέση και κάνουν πάρτι! Δυστυχώς, όμως, είναι κομμάτι της δουλειάς μας. Γι’ αυτό κι εγώ πριν από πολλά χρόνια αναρωτήθηκα: «Είμαι διατεθειμένος να πέσω σ’ όλα αυτά τα σκατά;» Και είπα: ΝΑΙ!

-Τα πάντα σήμερα πρέπει να περάσουν από τα «δικαστήρια» των Μέσων, έτσι δεν είναι;

-Ναι, ο Τύπος δεν σου φέρεται πια με τόση ευγένεια όπως παλιά… Αλλά υπάρχουν θύλακοι ευγενείας στον Τύπο, χα, χα! Κι έτσι τους αναζητούμε και μένουμε κοντά τους, γιατί δεν είναι όλοι κακοί τελικά. Αλλά σίγουρα, αυτή που λέμε «δημοσιογραφία του υπονόμου» μπορεί να γίνει πολύ μοχθηρή. Τον καιρό των Beatles ήξερα πολλούς από δαύτους· ξέρεις, καθόμασταν και μιλάγαμε και πίναμε ποτά κι εγώ τους αντιμετώπιζα ως συμπαθή… παλιόμουτρα, κι αυτό τους άρεσε. Έτσι, ακόμα και τώρα προσπαθώ να κρατάω την ίδια στάση, αλλά δεν είναι τόσο εύκολο όσο παλιά. Έρχονται φορές που σκέφτομαι: «Χριστέ μου, τι εισβολή είναι αυτή στην προσωπική μου ζωή! Πώς είναι δυνατόν να τους επιτρέπεται κάτι τέτοιο;» Τελικά, όμως, πρέπει να σκέφτεσαι ότι υπάρχουν άνθρωποι σε πολύ χειρότερη μοίρα από σένα. Ποτέ δεν πρέπει να το ξεχνάς αυτό.

-Πόσο σημαντική είναι η εμπορική επιτυχία για σένα πλέον;

-Το ίδιο σημαντική όπως πάντοτε. Είναι ένας τρόπος να αντιλαμβάνεσαι ότι το κοινό εκτιμά αυτό που κάνεις. Δεν είναι, βέβαια, ούτε η αρχή ούτε το τέλος του κόσμου. Παραδείγματος χάριν τώρα γράφω κλασική μουσική και δεν πουλάω τίποτε, οπότε δεν είναι τα πάντα μετρήσιμα. Δεν αρνούμαι, όμως, ότι μ’ αρέσει να πουλάω και ποτέ δεν θέλω να χάσω αυτήν την προσέγγιση. Πρόσφατα κάναμε μια περιοδεία κι έγιναν μερικά λάθη και χάσαμε χρήματα. Ενώ κάλλιστα θα μπορούσα να πω «ε, και τι έγινε;», ήταν μια απογοήτευση. Το λιγότερο που πληρωθήκαμε ποτέ ως Beatles για μια συναυλία μας ήταν σε είδος: όση Coca-Cola μπορούσαμε να πιούμε! Δεν θέλω να παίζω για λιγότερο από αυτό, αρκεί όμως να βγάζω κάτι. Έχω τη φιλοσοφία του εργαζομένου που θέλει να πληρώνεται για τη δουλειά του και ποτέ δεν θέλω να τη χάσω.

-Κι όμως, σ’ αυτό το σημείο της καριέρας σου, θεωρείσαι ακόμη μια δημιουργική προσωπικότητα της δισκογραφίας και όχι κάποιος που απλώς βγάζει ένα δίσκο κάθε λίγα χρόνια για να βρει μια δικαιολογία να κάνει περιοδεία.

-Αυτό είναι καλό. Έτσι βλέπω κι εγώ τον εαυτό μου: κάνω κάτι που αγαπώ και εξακολουθεί να έχει νόημα. Νομίζω ότι στο νέο δίσκο υπάρχουν πράγματα που έχουν νόημα για τον κόσμο. Από τη μεριά μου, προσπάθησα να εμφυσήσω μερικά ισχυρά συναισθήματά μου, με την ελπίδα ότι και ο κόσμος θα τα νιώσει. Έτσι, δεν είναι τόσο η εμπορική επιτυχία αυτή που μετράει, όσο η σκέτη επιτυχία. Χθες βράδυ περπατούσα στην πλατεία Barclay και σταματάνε δυο τύποι με το αμάξι για να μου πουν: «Βλέπαμε, man, τη συναυλία για τον Τζορτζ τις προάλλες και ήταν τρομερά συγκινητική…» Ήταν ωραίο αυτό, τους ευχαρίστησα και τους είπα πόσο σημαντική ήταν και για μένα εκείνη η βραδιά… Γι’ αυτό το είδος της επιτυχίας σου μιλάω: αυτό που κάνεις, να έχει νόημα για τον κόσμο. Να υπάρχει σύνδεση. Αυτή η σύνδεση είναι το παν.

-Τι θυμάσαι από το Sgt. Pepper’s Lonely Hearts Club Band?

-Το Pepper ήταν φανταστικό. Η εποχή ήταν συναρπαστική για πειραματισμό στη μουσική, στα ρούχα, στο λάιφ στάιλ, στη σκέψη, στη φιλοσοφία… στο να γνωρίζεις κόσμο. Έκανες παρέα με κάθε λογής καλλιτέχνες, ζωγράφους, γλύπτες, μουσικούς, ποιητές… Η μεγαλύτερη ικανοποίηση από το συγκεκριμένο άλμπουμ είναι ότι έγινε με απόλυτη μυστικότητα· κανείς δεν ήξερε τι ακριβώς σκαρώναμε και στα media βρέθηκαν κάμποσοι καλοθελητές που έλεγαν ότι στερέψαμε, ότι ήμασταν τελειωμένοι… Κι εμείς τους ακούγαμε και γελάγαμε, «θα δείτε» λέγαμε μεταξύ μας, «δεν έχουμε στερέψει». Κι έτσι, όταν ο δίσκος κυκλοφόρησε, ήταν σαν έκρηξη! Το πρώτο Σαββατοκύριακο μετά την κυκλοφορία του, ήταν σαν να είχε πάρει φωτιά το Λονδίνο· δεν υπήρχε άνθρωπος που να συναντούσες και να μην είχε επίγνωση τού τι συνέβαινε. Ο δίσκος κυκλοφόρησε την Παρασκευή και την Κυριακή, ο Τζίμι Χέντριξ έπαιζε στο Saville. Ε, λοιπόν, χωρίς κανείς να το περιμένει, άνοιξε το σετ του με το Sgt. Pepper’s Lonely Hearts Club Band! Το φαντάζεσαι; Αυτή είναι μια χρυσή ανάμνηση για μένα, γιατί ήμουν ανάμεσα στους θεατές και ξαφνικά… (Αρχίζει να τραγουδάει το κομμάτι). Δέκα λεπτά σόλο! Και το ‘παιζε εντελώς παράτονα, αλλά δεν είχε καμία σημασία… Ήταν μια σπουδαία ανάμνηση.

-Τσιμπιέσαι ποτέ για να βεβαιωθείς ότι όλα αυτά που έχεις πετύχει είναι αληθινά;

-Συνέχεια! Και ξέρεις το καλύτερο; Είναι αληθινά! Όπως λέω, υπήρχαν μόνο τέσσερις άνθρωποι στους Beatles κι εγώ ήμουν ο ένας απ’ αυτούς. Δηλαδή, μόνο άλλοι τρεις σε ολόκληρο το Σύμπαν έζησαν την ίδια εμπειρία κι αυτό είναι κάτι εκπληκτικό. Γι’ αυτό τσιμπιέμαι. Ο Μπομπ Ντίλαν δεν έζησε κάτι τέτοιο, ο Ρόμπερτ ντε Νίρο δεν έζησε κάτι τέτοιο, τι σημασία έχει πόσο σπουδαίοι είναι; ΔΕΝ ήταν στους Beatles. Προσπαθώ να μην το πολυσκέφτομαι, για να μη με πάρει από κάτω!

-Αν το σκεφτόσουν και συνέχεια, δεν θα μπορούσες να σηκωθείς απ’ το κρεβάτι, έτσι δεν είναι;

-Δεν θα μπορούσα να περάσω το κατώφλι, τόσο πολύ αέρα θα είχαν πάρει τα μυαλά μου! Ξέρεις όμως τον πραγματικό λόγο που τσιμπιέμαι; Γιατί κάθε ένα από αυτά τα επιτεύγματά μου, και τη λέξη τη βάζω σε εισαγωγικά, θα ήταν αρκετό για τους περισσότερους ανθρώπους. Το να έχεις γράψει με τον Τζον Λένον είναι αρκετό για μια ζωή, ξέχνα οτιδήποτε άλλο. Το να ‘χεις παίξει με τον Ρίνγκο και τον Τζορτζ και τον Τζον, πάλι θα ήταν αρκετό για μια ζωή. Το να έχεις γράψει μόνο το Let It Be θα ήταν αρκετά σημαντικό για τη ζωή του οποιουδήποτε. Το Eleanor Rigby, το Long And Winding Road, το Fool On The Hill, καθένα απ’ αυτά τα τραγούδια θα ήταν αρκετό για μια ζωή. Γι’ αυτό αισθάνομαι πως είμαι ευλογημένος… Και νιώθω ευγνωμοσύνη· εξ ου και το κομμάτι στο δίσκο μου, Gratitude. Ήμουν στην Τζαμάικα και οι τύποι εξακολουθούν να λένε ο ένας στον άλλο One Love και Irie, αλλά λένε και κάτι ακόμα: «Ευλογημένος». Blessed. Κι αυτό μού άρεσε, γιατί έτσι ακριβώς νιώθω…

«Πού πήγαν, φίλε, τα χρόνια;»

Και ξαφνικά, πρέπει να τελειώνουμε. Ο Πολ πετάγεται από τον καναπέ σαν να ‘χει ελατήριο και τρέχει πάλι στο Wurlitzer. «Εϊ, ας ακούσουμε λίγο Fats», γελάει. «Ο ήλιος έξω λάμπει, ο Fats Domino τραγουδάει, πάμε λοιπόν!» Και νάσου να χτυπάει πάλι τα δάχτυλά του στο ρυθμό και να τραγουδάει, μ’ αυτή τη φωνή που δεν μπορείς να μπερδέψεις με καμία άλλη: «I’ve found my thrill / On Blueberry Hill».

Λίγο πριν ο χρόνος μας εξαντληθεί, του ζητώ να υπογράψει μερικά άλμπουμ. Το βλέμμα του πέφτει στο αντίτυπό μου τού The Beatles.

-Αριθμημένο, ε; Cool!

-Ναι, αλλά όχι ένα από τα πρώτα τέσσερα…

-Οοοχι…-Εσύ ποιο νούμερο έπαιρνες τελικά;-Nομίζω το τέσσερα…-Ο Τζον δεν επέμενε για το Νο. 1;

-Ναι, ο Τζον ήταν ο πιο φωνακλάς… (Γελάει) Κι επειδή φώναζε πιο πολύ, τον αφήναμε να πάρει το ένα. Εμένα δεν μ’ ένοιαζε, οποιοδήποτε από τα τέσσερα πρώτα ήταν το ίδιο.

Κι ύστερα πιάνει στα χέρια του το Sgt. Pepper’s. «Καλός δίσκος, ε;» Γυρίζει και κοιτάζει τη ράχη του εξωφύλλου. «Ξέρεις, είναι αστείο. Είχα την εντύπωση ότι όλοι μας είχαμε γυρισμένη την πλάτη, αλλά τελικά ήμουν μόνο εγώ… Είχα κάμποσο καιρό να το δω… Τελικά, όταν είσαι πολυάσχολος, δεν μένει χρόνος για να χαρείς το αποτέλεσμα… Το συγκεκριμένο άλμπουμ το έχω, αλλά δεν έχω όλους τους δίσκους των Beatles, το πιστεύεις; Κανείς μας, νομίζω, δεν τους μάζευε. Απλά τους φτιάχναμε».

Ο Πολ ΜακΚάρτνεϊ παρατηρεί το νεανικό του πρόσωπο στο εξώφυλλο του Sgt. Pepper’s και, για μια στιγμή, μοιάζει ξανά να χάνεται στις σκέψεις του. «Δεν το πιστεύω ότι έχουν περάσει 40 χρόνια… Είναι απίστευτο… Γιατί όταν είναι έτσι ο καιρός και ο ήλιος λάμπει, έχω την εντύπωση ότι το Καλοκαίρι της Αγάπης θα μπορούσε να ‘ναι πέρυσι, καταλαβαίνεις; Δεν ξέρω πού πήγαν τα χρόνια… Είναι αυτό που λέω στο Ever Present Past… Πού πήγαν, man; «Απλά πέταξαν, και πάνε…»

Πηγή: http://news.kathimerini.gr 

Advertisements
Explore posts in the same categories: Πολιτισμός

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: